βαθυπλούσιος Save LSJ DGE Pape βᾰθυ-πλούσιος, ον, = sq., Poll. 3.109. βαθυπλούσιος -ον de firme y abundante riqueza Poll.3.109. βαθυπλούσιος, = βαθύπλουτος, Poll. 3.109.