βαλαντίδιον
βαλαντίδιον, βαλάντιον, βαλαντιοτομέω, βαλαντιο-τόμος, v. βαλλαντίδιον, βαλλάντιον, βαλλαντιοτομέω, βαλλαντιοτόμος.
βαλαντίδιον, ου (τὸ) [βᾰῑδ] petite bourse, Eup. (Poll. 10, 151) ; Hld. 96.
Étym. dim. de βαλάντιον.
βαλαντίδιον, τό, dim. von βαλάντιον, Eupol. bei Poll. 10.151 ; Heliod. 2.30.