βαλαντιοκλέπτης
βαλαντιοκλέπτης, cutpurse
βᾰλαντῐοκλέπτης, ου, ὁ,
- cutpurse, Phryn. 201 (who condemns the form βαλαντο-).
ratero, excusabolsas
βαλαντοκλέπτης μὴ λέγε, ἀλλὰ β.
βαλαντιοκλέπτης, ὁ, Geldbeuteldieb, VLL.