βαλανηφαγία
βαλανηφαγία, a living on acorns
βᾰλᾰνη-φᾰγία, ἡ,
- a living on acorns, Ph. 2.409.
alimentación a base de bellotas
ἀντὶ βαλανηφαγίας ἵν' ἔχῃ τὸ ἀνθρώπων γένος ἥμερον καὶ ὠφέλιμον καὶ ἡδίστην τροφήν
βαλανηφαγία, ας (ἡ) [ᾰᾰᾰγ] action de manger des glands, Phil. 2, 409.
Étym. βαλανηφάγος.
βαλανηφαγία, ἡ, das Eichelnessen, Philo.