βαλανηφόρος
βαλανηφόρος, bearing dates
βᾰλᾰνη-φόρος, ον,
- bearing dates, φοίνικες Hdt. 1.193.
datilero
τῇσι βαλανηφόροισι τῶν φοινίκων
βαλανη·φόρος, ος, ον [ᾰᾰ] qui produit des dattes, Hdt. 1, 193.
Étym. βάλανος, φέρω.
βαλανηφόρος, φοίνικες, Datteln tragend, Her. 1.193 ; Ath. XIV.651e.
βαλανηφόρος
φέρω
- bearing dates, Hdt.