βιότης
βῐότ-ης, ητος, ἡ, = foreg., h.Hom. 8.10,IG 14.1449.
1 vida, trayectoria vital incluidos actitud y comportamiento
καταστίλβων σέλας ὑψόθεν εἰς ἡμετέρην βιότητα
ὁδοὺς γὰρ βιότητος ἐλέγχει παιδεία
ἶσον ἔφηνας ... βιότητι λόγον
2 temp. vida, tiempo de vivir
βιότητα νέος τελέσσας
ἐφημερίης βιότητος
βιότης, ητος (ἡ) vie, Hh. 7, 10 ; Orph. H. 88.
Étym. cf. le préc.
βιότης, ητος, ἡ, das Leben, H. h. 7.10 u. sp.D., z.B. Man. 4.32.