βλητέον
βλητέον, one must throw
βλητ-έον,
- one must throw or put, Ev.Marc. 2.22.
hay que echar, hay que verter
οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς καινοὺς β.
εἰ δὲ ῥέοι γαστήρ, μὴ β. κολοκυνθίδα
• fig.
τὸν ... τῆς ἀληθείας νοῦν εἰς τὸν καινὸν ἄνθρωπον β.
βλητέον, vb. de βάλλω, NT. Marc. 2, 22.