βλήχημα
βλήχ-ημα, ατος, τό,
- = βληχή, Hsch. (pl.): sg., = μωρός, προβατώδης, Id.
balido
βδάλλων βληχήματα
• fig.
πείθειν ... διὰ τῶν βληχημάτων (τοῦ Κριανοῦ)
convencerte por los balidos (de Aries) irón. sobre la superstición astrol.
• mugido
ἀπέβαλον βληχήματα βοῦς
βλήχημα, ατος (τὸ) c. les préc. Bas.
Étym. βληχάομαι.
βλήχημα, τό, = βληχή, Sp.