βληχηθμός
βληχ-ηθμός, ὁ, = foreg., Ael. NA 5.51, Nonn. D. 14.157.
balido
β. τε καὶ μηκασμός
• fig.
δολίων δὲ χέων βληχηθμὸν ὀδόντων
βληχηθμός, οῦ (ὁ) c. le préc. El. N.A. 5, 51 ; Nonn.
Étym. βληχάομαι.
βληχηθμός, ὁ, = βληχή, Ael. H.A. 5.51 ; Nonn. D. 14.157.