βλυστάνω
βλυστάνω, = sq., Procl. in Cra. p.80 P., Mich. in PN 51.1, Et.Gud.
borbotear fig.
τὰς πηγαίας θεότητας ἀεννάως τὰ ἀγαθὰ βλυστανούσας
βλυστάνω, = βλύζω, K.S.
borbotear fig.
τὰς πηγαίας θεότητας ἀεννάως τὰ ἀγαθὰ βλυστανούσας