βλοσυρώπης Save LSJ DGE Bailly 2024 βλοσῠρ-ώπης, ου, ὁ, later masc. of sq., Opp. C. 1.144. βλοσῠρώπης -ες de mirada fiera βλοσυρώπεε μόσχω Opp.C.1.144. βλοσυρ·ώπης, ης, ες [ῠ] au regard terrible, Opp. C. 1, 144. Étym. βλοσυρός, ὤψ.