Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βολβίτιον
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βοκέρριος
Βόκκανον ἡμεροσκοπεῖον
Βοκόπια
Βοκόπιον
Βοκχορηίς
Βόκχορις
Βόκχος
Βόκχωρις
Βοκώνιος
βολαῖα
βολαῖος
βολαυγέω
βολαυτουργός
βόλβα
Βόλβαι
Βολβαῖος
Βολβαιώτης
βόλβαξ
βολβάριον
Βόλβη
βολβίδιον
βόλβιθος
βολβίνη
βολβίον
βολβίσκος
βολβιτίνη
Βολβιτίνη
Βολβιτινίτης
Βολβίτινον στόμα
Βολβίτινος
βολβίτιον
βολβιτίον
βολβιτίς
βόλβιτον
βόλβιτος
βολβιτόω
βολβιτώδης
βολβοειδής
βολβοκάστανον
βολβορυκτικός
βολβός
Βολβός
βολβοτίνη
βολβοτύνη
βολβοφακῆ
Βολβυθίωτος
βόλβυθον
βολβώδης
βολβωρυχέω
Βόλγιος
Βολεοί
βολεός
Βολέριον
Βολέρων
βολετισμός
βολεύς
βολευταί
βολέω
βολεών
βολή
βολίδιον
…
βολβίτιον
Save
Bailly 2024
Pape
βολβίτιον,
v.
βολβίδιον
.
βολβίτιον
, = βολβίδιον.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}