βοοζύγιον
βοοζύγιον, ox-yoke
βοο-ζύγιον [ῠ], τό,
- ox-yoke, LXX Si. 26.7.
yunta de bueyes LXX Si.26.7.
βοο·ζύγιον, ου (τὸ) [ῠ] joug pour les bœufs, Spt. Sir. 26, 7.
Étym. βοῦς, ζυγός.
βοοζύγιον, τό, = βουζύγιον.