Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βοοθύτης
βοοθύτης, slaver of oxen
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βομβυλιοειδής
βομβύλιον
βομβυλιός
βομβύλιος
βομβυλίς
βόμβυλος
βόμβυξ
βομβώδης
βομβών
βομβωνάρια
Βομίλκας
Βομίλχαρ
Βομίλχας
Βοναδίη
βόνασος
Βονδελία
Βόνζης
Βονιφάτιος
Βόννα
βόνος
Βονώνης
Βονωνία
Βόξος
βοο-
βοοβοσκός
βοόγληνος
βοοδμητήρ
βοοειδής
βοοζύγιον
βοόζυξ
βοοθύτης
βοόκλεψ
βόοκλεψ
βοοκλοπίη
βοοκλόπος
βοόκραιρος
βοόκρημνος
βοοκτασία
βοόκτιστος
βοόκτιτος
βοολέτης
βοόμορφος
βοονόμος
βοοπρόσωπος
βοορραίστας
βοορραίστης
Βόος
Βοος
Βοὸς αὐλή
βοοσκόπος
Βοόσουρα
Βοοσπορίδες
βοοσσόος
βοοστάσιον
βοόστασις
βοόστικτος
βοόστολος
βοοστρόφος
βοόστρυχος
βοοσφαγία
βοοσφαγίη
…
βοοθύτης
Save
βοοθύτης, slaver of oxen
LSJ
βοο-θύτης [
ῠ
], ου, ὁ,
slaver of oxen,
Suid.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}