Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βουκολίζω
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βουκινίζω
Βούκιννα
Βουκινναῖος
Βουκίων
βουκκᾶς
βουκκελλάριος
βουκκελλάρις
βουκκελλᾶτον
βουκκίον
βουκκίων
βούκλα
βουκλάνιον
βοῦκλεψ
βουκλόπος
βουκόλα
βουκολεῖον
βουκολέω
βουκόλημα
βουκόλησις
βουκολητής
βουκολία
Βουκόλια
βουκολιάζομαι
βουκολιάζω
Βουκολιανός
βουκολιασμός
βουκολιαστάς
βουκολιαστής
βουκολίδης
Βουκολίδης
βουκολίζω
Βουκολικόν
Βουκολικὸν στόμα
βουκολικός
βουκολίνη
Βουκολιοί
βουκόλιον
Βουκόλιον
βουκολίς
βουκολίσκος
βουκολισμός
βουκόλισσα
βουκολιστής
Βουκολίων
Βουκολιών
βουκόλλων
Βουκολόβρας
Βουκόλοι
βούκολον
βουκόλος
Βουκόλος
βούκολος
Βουκόλω Φαρσαλίας
βουκομέω
βουκόμος
βουκονιστήριον
βουκόπια
βουκόπιος
Βουκοπνίκτης
βουκόπος
βουκόρυζα
…
βουκολίζω
Save
LSJ
DGE
βουκολ-ίζω,
= βουκολιάζομαι,
Eust.
1416.39.
βουκολίζω
apacentar
Eust.1416.38.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}