Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βουκόλισσα
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βουκλάνιον
βοῦκλεψ
βουκλόπος
βουκόλα
βουκολεῖον
βουκολέω
βουκόλημα
βουκόλησις
βουκολητής
βουκολία
Βουκόλια
βουκολιάζομαι
βουκολιάζω
Βουκολιανός
βουκολιασμός
βουκολιαστάς
βουκολιαστής
βουκολίδης
Βουκολίδης
βουκολίζω
Βουκολικόν
Βουκολικὸν στόμα
βουκολικός
βουκολίνη
Βουκολιοί
βουκόλιον
Βουκόλιον
βουκολίς
βουκολίσκος
βουκολισμός
βουκόλισσα
βουκολιστής
Βουκολίων
Βουκολιών
βουκόλλων
Βουκολόβρας
Βουκόλοι
βούκολον
βουκόλος
Βουκόλος
βούκολος
Βουκόλω Φαρσαλίας
βουκομέω
βουκόμος
βουκονιστήριον
βουκόπια
βουκόπιος
Βουκοπνίκτης
βουκόπος
βουκόρυζα
βουκορυζᾶς
βουκόρυζος
βοῦκος
Βοῦκος
βουκράνιον
βούκρανον
βούκρανος
βούκριος
βουκτασία
βουκτέανος
βούκτησις
…
βουκόλισσα
Save
DGE
βουκόλισσα
-ης, ἡ
vaquera
,
pastora
de ganado vacuno
SB
10447re.53 (III a.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}