βουποίητος
βου-ποίητος, ον,
- = βούπαις II, AP 12.249 (Strat.).
nacido del buey
βου·ποίητος, ος, ον, né des entrailles d’un bœuf, en parl. d’abeilles, Anth. 12, 249.
Étym. βοῦς, ποιέω.
βουποίητος, = βουγενής, μέλισσα Strat. 88 (XII.249).
βουποίητος
= βούπαις II, Anth.