βουπάλινα Save LSJ DGE βουπάλινα, τά, prob. = βουβάλια (v. βουβάλιον), SIG 2588.171 (Delos, ii B. C.):—also βουπαλίδες· περισκελίδες, Hsch. βουπάλινα -ων, τά ajorcas, ID 442B.171 (II a.C.), cf. βουβάλιον, βούβαλις. •V. βουπαλίς.