βουνώδης
βουνώδης, hilly
βουνώδης, ες,
- = βουνοειδής, hilly, Plb. 2.15.8, etc.; θίς Plu. Crass. 25.
montañoso
τόποι
θίς β.
duna
βουνώδης, ης, ες, c. βουνοειδής, Pol. 2, 15, 8 ; Plut. Diosc.
Étym. βουνός, -ωδης.
βουνώδης, ες, hügelig, Pol. 2.15 u. öfter ; Plut. Crass. 25.