βριαρός
βριαρός, strong, stout
- strong, κόρυς, τρυφάλεια, Il. 16.413, 19.381, cf. Coluth. 30; δέμας Tryph. 19; ῥίζα Nic. Th. 659; δόμος Οὐλύμποιο Orph. Fr. 248; of persons, Nonn. D. 28.172, al.; στρατιή Epigr.Gr. 448; λέων IG 14.1293 C.
1 fuerte, resistente, firme
κόρυς
τρυφάλεια
ῥίζα
βριαρὸν δόμον Οὐλύμποιο
2 fuerte, vigoroso de pers., partes del cuerpo, anim. y abstr. ref. a pers.
τέκνον
βριαροὶ Γοργοφόνου νέποδες
λέων
στρατιή
βριαροῖσιν ... ἀμφὶ μέλεσσιν
ὤμου ἀπὸ βριαροῖο
δέμας
ref. a ÁyaxΚύκλωπες
φωνή
3 fig. poderoso
κύτεος μεγάλου βριαραῖς δίναις
μῦθος
discurso importante, aplastante
•De la r. *gu̯erHi̯2- y rel. airl. brīg ‘fuerza’, cf. tb.
-ή
[βρι- as in βρίθω, ὄ-βριμος.]
Stout, strong: κόρυθα Il. 11.375. Cf. Il. 16.413, 579, Il. 18.611, Il. 19.381, Il. 20.162, Il. 22.112.
- strong, stout, Il.