βρέχμα Save LSJ DGE Bailly 2024 βρέχ-μα, ατος, τό, = βρέγμα, Alciphr. 3.5. βρέχμα -ματος, τό parte superior de la cabeza Apollon.Lex.848, EM 212.17G., cf. βρέγμα. •V. βρεχμός. βρέχμα, ατος (τὸ) c. βρέγμα, Alciphr. 3, 5.