βριαρότης
βριαρότης, strength, might
βρῐᾰρότης, ητος, ἡ,
- strength, might, Eust. 1289.14.
fuerza
β. τοῦ ἀνδρός
βριαρότης, ητος, ἡ, die Stärke, Eust.
βριαρότης, strength, might
fuerza
β. τοῦ ἀνδρός