βρεχμός
βρεχμός, the top of the head
βρεχ-μός, ὁ, = foreg. [βρέχμα] I, Il. 5.586, Nic. Th. 219, Q.S. 13.155.
parte superior de la cabeza
ἔκπεσε ... ἐπὶ βρεχμόν τε καὶ ὤμους
βρεχμόν· τὸ κρανίον
•Quizá por etim. popular se derivaba de
βρεχμός, οῦ (ὁ) c. βρέγμα, Il. 5, 586 ; Nic. Th. 219 ; Q. Sm. 13, 155.
βρεχμός, ὁ, = βρέγμα 2), Il. 5.586 (ἅπαξ εἰρημ.) u. sp.D., z.B. Nic. Th. 219.
βρεχμός
ὁ.
App., the head: ἔπεσε ἐπὶ βρεχμόν τε καὶ ὤμους Il. 5.586.
βρεχμός : forehead, Il. 5.586†.
βρεχμός
= βρέγμα
- the top of the head, Lat. sinciput, Il.