Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βρυαλίζων
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βροχθίζω
βροχθισμός
βρόχθος
βροχθώδης
βροχίζω
βροχικός
βρόχιον
βροχίον
βρόχιος
βρόχιος μόρος
βροχίς
βρόχισμα
βροχισμός
βροχμός
βροχμώδης
Βρόχοι
βρόχος
βρόχυς
βρόχω
βροχώδης
βρόχωμα
βροχωτήρ
βροχωτός
βρῦ
βρύα
βρυάζω
βρύαθμον
βρυαθμόν
βρυάκτης
βρυαλιγμός
βρυαλίζων
βρυαλίκται
βρυαλίκτης
Βρυάνιον
Βρυάνιος
βρυανιῶν
Βρύαξις
βρύας
Βρύας
βρυασμός
βρυατά
βρύγδην
Βρυγηΐδες νῆσοι
Βρυγηίς
Βρυγίας
Βρύγιος
βρυγκός
βρύγμα
βρῦγμα
βρυγμός
Βρύγοι
Βρῦγοι
βρυγχός
βρυδακίζειν
βρυδαλίχα
Βρυέννιος
βρύζα
βρύζω
Βρύης
βρύθακες
βρυκ-
…
βρυαλίζων
Save
LSJ
DGE
βρῠᾰλ-ίζων·
διαρρήσσων,
Hsch.
βρυαλίζων·
διαρρήσσων
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}