Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βρωμίτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βρύχομαι
βρυχός
βρύχω
βρυχώδης
Βρύχων
βρύω
βρυώδης
Βρύων
βρυώνη
βρυωνία
βρυωνιάς
βρυωνίς
βρώζω
βρωθήσομαι
βρῶμα
βρωμάομαι
βρωματίζομαι
βρωματίζω
βρωμάτιον
βρωματισμός
βρωματομιξαπάτη
βρωματώδης
βρωμέω
βρώμη
βρωμήεις
βρώμησις
βρωμηστής
βρωμητής
βρωμήτης
βρωμήτωρ
βρωμίτης
βρωμολόγος
βρῶμος
βρωμώδης
βρώξω
βρωσείω
βρώσιμος
βρῶσις
βρωστήρ
βρωτέον
βρωτέος
βρωτήρ
βρωτικός
βρωτός
βρωτύς
βῦ
Βύαιοι
Βυαιπαρηνός
βύας
βύβα
Βύβαι
Βυβαῖος
Βυβάσσιος
Βύβασσος
Βυβασσός
βυβλ-
βυβλάριον
βύβλασσα
βυβλει-
βυβλείδιον
Βύβλη
…
βρωμίτης
Save
Pape
βρωμίτης
, conj. für βραττίμης.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}