Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βρωματίζομαι
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βρυχή
βρυχηδόν
βρυχηθμός
βρύχημα
βρυχητάς
βρυχητήρ
βρυχητής
βρυχητικός
βρυχιάω
βρύχιος
βρυχίς
βρυχμή
βρυχμός
βρυχοειδής
βρύχομαι
βρυχός
βρύχω
βρυχώδης
Βρύχων
βρύω
βρυώδης
Βρύων
βρυώνη
βρυωνία
βρυωνιάς
βρυωνίς
βρώζω
βρωθήσομαι
βρῶμα
βρωμάομαι
βρωματίζομαι
βρωματίζω
βρωμάτιον
βρωματισμός
βρωματομιξαπάτη
βρωματώδης
βρωμέω
βρώμη
βρωμήεις
βρώμησις
βρωμηστής
βρωμητής
βρωμήτης
βρωμήτωρ
βρωμίτης
βρωμολόγος
βρῶμος
βρωμώδης
βρώξω
βρωσείω
βρώσιμος
βρῶσις
βρωστήρ
βρωτέον
βρωτέος
βρωτήρ
βρωτικός
βρωτός
βρωτύς
βῦ
Βύαιοι
…
βρωματίζομαι
Save
Bailly 2024
βρωματίζομαι
[
μᾰ
] manger, dévorer,
Naz.
2, 101
b
Migne
.
Étym.
βρῶμα
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}