βρύτηρ Save LSJ DGE βρύτηρ (i. e. ϝρύ-), ηρος, ὁ, Aeol. for ῥυτήρ, A.D. Adv. 157.20; = ῥόμβος, EM 706.31. βρύτηρ v. ῥυτήρ.