βᾶσσα
βᾶσσα, ἡ, Dor.,
- = βῆσσα:—hence βᾱσσαίας· τὰς ἐν βήσσῃ γεγονυίας, Hsch.
βᾶσσα, v. βῆσσα.
βᾶσσα, ἡ, dor. = βῆσσα, Pind.
βᾱσσα
- 1glen ἐν βάσσαις Κρονίου Πέλοπος i. e. at Olympia O. 3.23 βάσσαισί τʼ ἄρχειν Παλίου P. 3.4 “ἵκεο βᾶσσαν τάνδε” i. e. by Cheironʼs cave on Mt. Pelion P. 9.51 ἐν βάσσαισιν Ἰσθμοῦ δεξαμένῳ στεφάνους I. 3.11