βασσαρέω Save LSJ Bailly 2024 Pape βασσαρ-έω, = Βακχεύω, v. ἀναβασσαρέω. βασσαρέω-ῶ (seul. f. ήσω) [σᾰ] célébrer les mystères de Bacchus, Anacr. 64. Étym. βασσάρα. βασσαρέω, = βακχεύω, Anacr. 61.6.