βάσσαρος
βάσσαρ-ος, ὁ,
- = Βασσαρεύς, Orph. H. 45.2.
- II = βασσάρα I, EM 191.1.
zorra Hsch., EM 191.1G.
• epít. de Dioniso zorro Orph.H.45.2, 52.12.
βάσσαρος, ου (ὁ) [σᾰ] c. βασσαρεύς, Orph. H. 44, 2 ; Clém.
βάσσαρος, ὁ, = βασσαρεύς, Suid.; Clem.Al.