γαμέτις
γαμέτις, a wife
esposa
γ. δὲ τέτυκται Ἁφαίστου
λιπὼν ζωιὴν καὶ φιλ[ί]αν γαμέτιν
γαμέτις, ιδος (ἡ) [ᾰῐδ] épouse, femme, Anth. 5, 180.
Étym. γαμέω.
γαμέτις, ιδος, ἡ, = γαμετή, Mel. 50 (V.180).
γαμέτις
- a wife, Anth.