γαμετρία
γᾱμετρία,
- = γεωμετρία, Archyt. 1, Perict. ap. Stob. 3.1.121:—so γᾱμέτρας, for γεωμέτρης, Tab.Heracl. 1.187; γᾱμετρικός Archyt. 2.
γαμετρία, ας (ἡ) [γᾱ] dor. c. γεωμετρία, Périct. (Stob. 1, 63).