γαμήλευμα
γᾰμήλ-ευμα, τό,
- = γάμος, A. Ch. 624 (lyr.).
bodorrio despect. por esposa
δυσφιλὲς γ.
γαμήλευμα, ατος (τὸ) [γᾰ] c. γάμος, Eschl. Ch. 624.
γαμήλευμα, τό, Ehe, Aesch. Ch. 616.
γαμήλευμα
= γάμος, Aesch.
γαμέω