γαμβροποιέω
γαμβροποιέω, make a son-in-law of
γαμβρο-ποιέω,
- make a son-in-law of, Tz. H. 10.433.
hacer su yerno
γαμβροποιήσας ἐξ αὐτῶν τινάς
γαμβροποιέω, make a son-in-law of
hacer su yerno
γαμβροποιήσας ἐξ αὐτῶν τινάς