γαμολύτης
que deshace matrimonios, adúltero
γυναῖκες ... τοῖς γαμολύταις συντασσόμεναι
γαμο·λύτης, ου (ὁ) [ᾰ] qui rompt un mariage, qui brise une union, Chrys. 7, 259.
Étym. γάμος, λύω.
que deshace matrimonios, adúltero
γυναῖκες ... τοῖς γαμολύταις συντασσόμεναι