γαμοκλοπία Save Bailly 2024 Pape γαμοκλοπία, ας (ἡ) [γᾰ] crime d’adultère, Sib. 2, 52 ; 5, 429. Étym. γαμοκλόπος. γαμοκλοπία, ἡ, Buhlerei, Or.Sib.