γερασφόρος
γερασφόρος, winning honour
γερασφόρος, ον,
- winning honour, Pi. P. 2.43.
honrado
γόνον ... ἐν ἀνδράσι γερασφόρον
γερασ·φόρος, ος, ον, qui obtient un honneur, Pd. P. 2, 43.
Étym. γέρας, φέρω.
γερασφόρος, Ehre davontragend, Pind. P. 2.43.
γερασφόρος
- 1honoured γόνον οὔτʼ ἐν ἀνδράσι γερασφόρον οὔτʼ ἐν θεῶν νόμοις (i. e. Κένταυρον) P. 2.43