γεραός
γερᾰός, ή, όν,
- = γεραιός, S. OC 200, Tim. Pers. 227, Nic. Fr. 74.71, IG 3.779.
γεραός, ή, όν, poét. c. γεραιός, Soph. O.C. 238 ; Nic.
γεραός, poet. = γεραιός, Soph. O.C. 238.