Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Γονεύς
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γομφωτήριος
γομφωτική
γομφωτικός
γομφωτός
γόμωσις
γονά
γονάγρα
γοναγρός
Γονανή
γονάρ
γονάς
γόνατα
Γονατᾶς
γονατίζω
γονάτιον
γονατίς
γονατόδεσμος
γόνατον
γονατόομαι
γόνατος
γονατώδης
γονάχιον
γονάω
Γόνδραι
γονεά
ΓονεϜάτας
γονεία
Γονεῖς
γονετής
γονεύς
Γονεύς
γονεύω
γονή
γόνημα
γονής
γόνθος
γονιαῖος
γονίας
γονίας χειμών
γονίζω
γονικόθεν
γονικός
γονίλυπος
γονιμοποιός
γόνιμος
γονιμότης
γονιμώδης
γονιοι
γόνιος
Γόννοι
Γοννοκόνδυλος
γοννόρροια
Γόννος
γονοειδής
γονόεις
Γονόεσσα
Γόνοι
γόνοιον
γονοκτονέω
γονοκτονία
Γονομάνοι
…
Γονεύς
Save
DGE
Γονεύς
-έως, ὁ
Goneo
epít. de Zeus en Caria,
Bull.Epigr
.1951.211.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}