γραμματοειδής
γραμματοειδής, line-like
γραμμᾰτο-ειδής, ές,
- line-like, διαφύσεις Sch. Il. 21.169.
en forma de línea
τῶν ξύλων τὰς γραμματοειδεῖς διαφύσεις
γραμματοειδής, ές, wie Buchstaben, Schol. Il. 21.169.