δίτυλος
δίτυλος, with two humps
δίτῠλος, ον,
- with two humps, κάμηλοι D.S. 2.54.
que tiene dos jorobas
κάμηλοι
δί·τυλος, ος, ον [ῐῠ] à deux bosses (chameau), DS. 2, 54.
Étym. δίς, τύλος.
δίτυλος, mit zwei Buckeln ; κάμηλος DS. 2.54.