Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δακτυλικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δακρύρροια
δακρύρροος
δάκρυσις
δακρυσίστακτος
δακρυσταγής
δακρυτικός
δακρυτός
δακρυχαρής
δακρυχέω
δακρυχέων
δακρυχοέω
δακρύω
δακρυώδης
δακρυώτατον
δακτικῶς
Δακτόνιον
δακτός
δάκτυλα
δακτυλεύς
δακτυλήθρα
δακτύληθρον
δακτυλιαῖος
δακτυλιδάριος
δακτυλιδιογλύφος
δακτυλίδιον
δακτυλιδιοφορέω
δακτυλιδοποιός
δακτυλίδρυον
δακτυλίζω
δακτυλικός
δακτυλικῶς
δακτυλιογλυφία
δακτυλιογλύφος
δακτυλιοθήκη
δακτύλιον
δακτυλιοποιός
δακτύλιος
δακτυλιουργός
δακτυλιοφόρος
δακτυλίς
δακτυλίσιος
δακτυλίσκος
δακτυλισμός
δακτυλιστής
δακτυλῖτις
δακτυλιώτης
δακτυλόγλυφος
δακτυλοδεικτεί
δακτυλοδεικτέω
δακτυλοδείκτης
δακτυλόδεικτος
δακτυλοδειξία
δακτυλόδικτος
δακτυλοδόχμη
δακτυλοειδής
δακτυλοειδῶς
δακτυλοκαμψοδύνη
δακτυλοκαμψόδυνος
δακτυλοκλείδιν
δακτυλοκοιλογλύφος
δακτυλομετρέω
…
δακτυλικῶς
Save
Bailly 2024
δακτυλικῶς,
adv.
en dactyles,
Drac.
13, 22
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}