δακτυλιογλύφος
δακτυλιογλύφος, engraver of gems
δακτῠλιο-γλύφος, ὁ,
- engraver of gems, Critias 66 D., Phld. Po.Herc. 1676.5, D.L. 1.57, Gal. 12.205.
grabador de anillos
δ. ... ἐν σιδήρῳ καὶ λιθαρίῳ διὰ τῆς ἐγ[γ]λυφῆς (ποιεῖ)
δακτυλιογλύφῳ μὴ ἐξεῖναι σφραγῖδα φυλάττειν τοῦ πραθέντος δακτυλίου
δακτυλιο·γλύφος, ου (ὁ) [ῠῠ] graveur ou ciseleur sur bagues, DL. 1, 57 ; 8, 1.
Étym. δακτύλιος, γλύφω.
δακτυλιογλύφος, ὁ, Steinschneider, Graveur, DL. 1.57 ; Schol. Plat. Rep. V p. 475.16.
δακτυλιογλύφος
γλύφω
- engraver of gems, Critias.