δακτυλιαῖος
δακτυλιαῖος, of a finger’s length, breadth
δακτῠλ-ιαῖος, α, ον,
- of a fingerʼs length, breadth or thickness, ῥάβδοι Hp. Fract. 30; κάραβοι Arist. HA 549b10; τομοὶ δ. τῷ τε μήκει καὶ πάχει Damocr. ap. Gal. 13.1000: Astron., a digit in extent, Cleom. 2.3.
- II possessing δάκτυλοι, δ. μέρη τοῦ σώματος, i.e. hands and feet, D.S. 1.77.
que tiene el tamaño de un dedo
ῥάβδους ... πάχος μὲν ὡς δακτυλιαίας
κάραβοι ... λαμβάνονται πολλάκις ἐλάττους ἢ δακτυλιαῖοι
ξύλον ... τῷ ... πάχει δακτυλιαίαν ἔχον τὴν διάμετρον
πλέονα τόπον δακτυλιαίου μάκεος
δακτυλιαῖα μέρη τοῦ σώματος
ἐν Ῥόδῳ δακτυλιαία γενήσεται ἡ ὁρωμένη τοῦ ἡλίου φάσις
γέγονέ σου τὸ ψυχάριον ἀντὶ δακτυλιαίου δίπηχυ
μήκη
μεγέθη
δακτυλιαῖος, α, ον [ῠ]
1 de la longueur d’un doigt, Hpc. 771h ; Arstt. H.A. 5, 17, 7 ||
2 qui est en forme de doigt, DS. 1, 77.
Étym. δάκτυλος.
δακτυλιαῖος, einen Finger lang, dick, breit, Hipp. u. Sp.