δακτυλεύς
ict. múgil, mújol
τὰ δὲ τῶν δακτυλέων (εἴδη) τὸ πλάτος ἔχει ἔλασσον τῶν δυεῖν δακτύλων
δακτυλεύς, έως (ὁ) [ῠ] sorte de poisson de mer, p.-ê. le mulet, Ath. 307b.
Étym. δάκτυλος.
δακτυλεύς, ὁ, eine Art Meerfisch, Ath. VII.307b.