δακτυλίδιον
δακτυλίδιον, ring
- Dim. of δακτύλιος, ring, IG 11(2).161B 119 (Delos, iii B. C.), BGU 1104.13 (8 B.C.), PAmh. 126.55 (ii A. D.), Poll. 2.155, 5.100, BGU 843.8, etc., but rejected by Atticists, cf. AB 88.
- II δακτυλίδιον [λῐ], τό, Dim. of δάκτυλος, toe, Ar. Lys. 417.
1 dedito, dedo pequeño
• de la mano meñique
ἐὰν δὲ ἄχυρον ἢ ψάμμος ἤ τι τοιοῦτον ἐμπέσοι (εἰς τὸν ὀφθαλμόν) ... δακτυλιδίῳ ἔξελε
• como adj. del tamaño de un dedito
συντεμὼν εἰς δακτυλιδίους ... τόμους
2 anillo, sortija
δ. μικρόν
ἐν[ώ]τια καὶ δ.
χρυσοῦν
κολοβάφινον
περικεχρυσωμένον
σιδηραῖον
διαχρυσοῦν
δακτυλίδια δύο ὧν τὸ ἓν λίθον ἔχον
ὁ ἐπὶ τῷ δακτυλιδίῳ σμάραγδος
διάλιθον
ἔνλιθον
ἐγκλείσας (ψηφίδα) χρυσῷ δακτυλιδίῳ
σφραγίδιον ἐλεφάντι[νον μικ]ρὸν δ. ἔχον
σφυ[ρίδιο]ν ἐσφραγισμένον ... ἐν τῷ ἀργυρῷ [δα]κτυλειδίῳ
δ. πρὸς πᾶσαν πρᾶξιν καὶ ἐπιτυχίαν
anillo para toda operación mágica y para el éxito
τελέσεις δὲ τὸ δ. ἅμα τῇ ψήφῳ
consagrarás el anillo junto con la piedra