Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δενδρόροδον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δένδριον
δενδρίτης
δενδρῖτις
δενδροβατέω
δενδροβάτης
Δενδρόβοσα
δενδρογάληνος
δενδρογάληνος οἶνος
δενδροέθειρα
δενδροειδής
δενδροκαρπία
δενδρόκαρπος
δενδρόκλων
δενδροκολάπτης
δενδροκόλαφος
δενδροκόμης
δενδροκομικός
δενδρόκομος
δενδροκόμος
δενδροκοπέω
δενδροκοπία
δενδροκόπιον
δενδροκόπος
δενδρολάχανα
δενδρολίβανον
δενδρολίβανος
δενδρομαλάχη
δένδρον
δενδρόομαι
δενδροπήμων
δενδρόροδον
δένδρος
δενδρότης
δενδροτομέω
δενδροτομία
δενδροτόμιον
δενδροτόμος
δενδροτρόφος
δενδροφορέω
δενδροφορία
δενδροφόρος
δενδροφυέω
δενδροφυής
δενδρόφυτος
δενδρόω
δενδρυάζω
δενδρύφιον
δενδρύω
δενδρώδης
δενδρώεις
δένδρωμα
δενδρών
δένδρωσις
δενδρώτης
δενδρῶτις
Δενδυρίτης
δένεμορ
δενέμωρ
Δενθ-
Δενθάλιοι
Δενθελῆται
…
δενδρόροδον
Save
DGE
δενδρόροδον
-ου, τό
bot.
rododendro
,
An.Boiss
.2.402.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}