δενδρύω
δενδρ-ύω,
- = δενδρυάζω II, IG 4.952.20 (Epid.); cf. δρυάσαι, δρύεται.
bucear
ἀποκολυμ[βάσ]ας εἰς τὰν θά[λασ]σαν ἔπειτα δενδρύων εἰς τόπον ἀφίκετο ξηρόν
•Forma red. sobre una r. *nr-, prob. *ne-nr- > *νενδρ- y c. asimilación δενδρ-; cf. lit. neriù, aesl. vu-nrěti, etc.