δένδρωμα Save LSJ DGE Bailly 2024 δένδρ-ωμα, ατος, τό, = sq. [δενδρών], Aq. 1. Ki. 22.6. δένδρωμα -ματος, τό arbusto, matorral Aq.1Re.22.6. δένδρωμα, ατος (τὸ) lance, Aqu. 1 Reg. 22, 6. Étym. δενδρόω.