δημιοεργείη
δημιο-εργείη, ἡ,
- = δημιουργία, Procl. H. 7.20.
δημιοεργείη, ης (ἡ) ion. travail ou activité pour le bien commun, Procl. H. Min. 20 (ms. δημιεργ-).
Étym. δημιοεργός.
δημιοεργείη, ἡ, öffentliche Arbeit, Procl.